" ΑΦΥΠΝΗΣΗ"

Άρθρα
Tools

Κάποτε μικρή έγραφα αβίαστα. Όπου χαρτί λευκό κι εγώ με το μολύβι να γράφω. Πού τα’ βρισκα όλα κείνα που διηγόμουνα… «Φλέβα» έλεγαν «από τον θείο της» Αυτό με ενοχλούσε γιατί ο θείος με την λογοτεχνική φλέβα είχε τινάξει τα μυαλά του στον αέρα στα εικοσπέντε του, «από έρωτα». Κι εμένα, παιδί τότε, με φόβιζαν οι «φλέβες» που τέλειωναν με αυτοκτονίες.

Η δική μου δεν τέλειωσε εκεί. Απλά έπαψα κάποτε να εκφράζομαι έτσι. Πότε-πότε κάτι ξύπναγε στο μυαλό μου, έλεγα να το γράψω και, μες στις άλλες ασχολίες ξεχνιόταν.

-Γιατί δεν γράφεις πια; με ρωτούσαν. Γιατί δεν γράφω πια; αναρωτήθηκα μετά από χρόνια. « Γιατί δεν έχω ιδέες» ήλθε η εύκολη απάντηση. Ώσπου κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτό. Εγώ η ίδια είχα γίνει το χαρτί που πάνω του γράψανε ανεξίτηλα οι άλλοι, ή ζωή η ίδια. Πώς τρόμαξα όταν είδα ότι δεν άφησαν χώρο άγραφο. « Κι εγώ τώρα τι να γράψω; Πού;» ΄

Εγειρα το κεφάλι απελπισμένη. Λύγισαν τα γόνατα κι όταν ακούμπησαν στη γη, πεισμάτωσα .Όχι, δεν θα συρθώ. Δικό μου το χαρτί που γράψατε. Θα το ξεσκίσω κομματάκι- κομματάκι το γραμμένο δέρμα, όλο το κορμί θα το κόβω. Κι όταν φτάσω στην ψυχή μου θα ξαλαφρώσω και θα γελάσω.

– Καλά- θα σκεφθείτε- τόσα χρόνια η πέννα μας σερνόταν και τρυπούσε πάνω της. Πώς κι η ψυχή της μας ξέφυγε άγραφη και καθαρή;

Κι εγώ θα γελάω, κρατώντας το δικό μου αυτό κομμάτι που δεν το αγγίξατε.

ΝΙΝΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ – ΚΑΜΠΟΥΡΗ