Σαβ02162019

Τελευταία ΕνημέρωσηΠαρ, 15 Φεβ 2019 11pm

Back Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Οικονομια Κοσμος

Πυκνώνουν τα σύννεφα πάνω από την Ευρωζώνη

ee

Η εκνευριστική υποψία έγινε πλέον βεβαιότητα – κάθε άλλο παρά καθησυχαστική. Η ανάπτυξη της Eυρωζώνης φρενάρει, όπως αποτυπώθηκε αυτή την εβδομάδα και στις αναθεωρημένες προς τα κάτω χειμερινές εκτιμήσεις της Κομισιόν. Αυτή είναι και η μόνη βεβαιότητα, καθώς ούτε για τον πραγματικό ρυθμό επιβράδυνσης ούτε για το εύρος των σχετικών επιπτώσεων στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς μπορεί κανείς να προβεί σε ασφαλή πρόβλεψη.

Το 2019, έτος συν τοις άλλοις ευρωεκλογών και ανανέωσης των κοινοτικών θεσμών, θα διανυθεί εν μέσω ποικίλων, απροσδιόριστων προς το παρόν, κλυδωνισμών.

Οι λόγοι για την αλλαγή του οικονομικού κλίματος παρουσιάζονται εξωγενείς: επαπειλούμενοι εμπορικοί πόλεμοι, ασάφεια ως προς το Brexit, περιστολή της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής. Όμως αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αφορά την πολιτική ακαμψία της ίδιας της Ε.Ε., η οποία, λ.χ., είναι αυτή που καλείται να εξασφαλίσει την ομαλή έξοδο της Βρετανίας, ενώ οδεύει "υπνοβατώντας" προς περαιτέρω νομισματική και δημοσιονομική περιστολή.

Εξίσωση με πολλούς αγνώστους

Οι αριθμοί είναι σαφείς. Στις χειμερινές προβλέψεις της η Κομισιόν εκτιμά μεν ότι η Ευρωζώνη θα καταγράψει, και μάλιστα για έβδομη συνεχή χρονιά, θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως αυτοί θα είναι χαμηλότεροι του έως τώρα αναμενομένου. Η οικονομία της νομισματικής ένωσης αναμένεται να αναπτυχθεί συνολικά κατά 1,3% φέτος (έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 1,9%) και κατά 1,6% το 2020 (από 1,7%). Παράλληλα, οι αποπληθωριστικές πιέσεις εντείνονται, με τον δείκτη τιμών να υπολογίζεται πλέον ότι θα "τρέξει" όχι κατά 1,8%, αλλά κατά 1,4%, ενώ για το 2020 οι προβλέψεις αναπροσαρμόζονται ελαφρά από το 1,6% στο 1,5%.

Μπορεί, ωστόσο, κανείς να επιφυλαχθεί για την επαλήθευση αυτών των εκτιμήσεων, καθώς η "εξίσωση" του 2019 περιλαμβάνει πάρα πολλούς αγνώστους. Σε κάθε περίπτωση, είναι λογικό να θεωρήσει κανείς ότι στην παρούσα προεκλογική πολιτική συγκυρία οι κοινοτικές υπηρεσίες προτιμούν από όλο το φάσμα των πιθανών εξελίξεων να συγκρατούν την περισσότερο αισιόδοξη εκδοχή.

Η δυναμική του χρέους

Έχει οπωσδήποτε τη σημασία του το γεγονός ότι οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης θα περιλάβουν όλα τα κράτη-μέλη, χωρίς πια τη "συνήθη" θλιβερή εξαίρεση της Ελλάδας. Όμως, ούτως ή άλλως, τα βλέμματα έχουν στραφεί σε μεγαλύτερα ρίσκα: η διαρκής υποβάθμιση των προβλέψεων για τις επιδόσεις της Ιταλίας, η οποία έκλεισε το 2018 με ύφεση (συρρικνώθηκε κατά 0,1% το τρίτο τρίμηνο του 2018 και κατά 0,2% το επόμενο), το εικονογραφεί αυτό χαρακτηριστικά. Εξού και η Κομισιόν κάνει λόγο για επανεμφάνιση των ανησυχιών ως προς τον "ομφάλιο λώρο" κράτους-τραπεζών και τη βιωσιμότητα του χρέους σε μια σειρά από κράτη-μέλη.

Πρόκειται για έναν κομψό τρόπο να υπενθυμιστεί ότι το ιταλικό χρέος έχει ξεπεράσει το κρίσιμο κατώφλι του 130%, αλλά και ότι το γαλλικό για πρώτη φορά στα χρονικά προορίζεται να αγγίξει το 100%. Η δε διασύνδεση των δύο χωρών είναι καταλυτική, με βάση το ότι γαλλικές τράπεζες διακρατούν ιταλικά ομόλογα ύψους 286 δισ. ευρώ.

Στο κάδρο και η Γερμανία

Αλλά δεν πρόκειται για πρόβλημα αποκλειστικά του Νότου. Κατά μία έννοια, μάλιστα, τα προειδοποιητικά σήματα κινδύνου ήρθαν από την "καρδιά" της Ευρωζώνης. Η Γερμανία, έπειτα από "ανεξήγητο" φρενάρισμα στο τρίτο τρίμηνο, παρουσιάζει πλέον τον χαμηλότερο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ εδώ και έξι χρόνια. Η νέα εκτίμηση για το 2019 διαμορφώνεται στο 1%, ποσοστό υποδιπλάσιο αυτού της προηγούμενης πρόβλεψης.

Προηγήθηκε η υποχώρηση του μεταποιητικού δείκτη PMI της Markit για έκτο κατά σειρά μήνα τον Ιανουάριο στις 50,5 μονάδες (από 51,4 μονάδες τον Δεκέμβριο), ήτοι στο όριο της ύφεσης και στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2014.

Υπό πίεση οι εξαγωγές

Σε μεγάλο βαθμό, τα προβλήματα έχουν μιαν άμεση εξήγηση: τον επαπειλούμενο εμπορικό πόλεμο. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόφσκις, "οι εντάσεις στο διεθνές εμπόριο και η επιβράδυνση στις αναδυόμενες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, πρόκειται να επιδράσουν στην οικονομία χωρών που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές – και η Γερμανία είναι προφανώς η μεγαλύτερη εξαγωγική οικονομία της Ε.Ε.".

Στην πραγματικότητα, η Ευρωζώνη έχει περιορισμένο βαθμό ελέγχου σε αυτή την κρίσιμη παράμετρο του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, στον βαθμό που στη σινοαμερικανική αντιπαράθεση είναι κυρίως θεατής, ευελπιστώντας σε θετική κατάληξη των συνομιλιών που διεξάγονται μέχρι τέλος του μηνός στο πλαίσιο της "εκεχειρίας" Τραμπ - Σι Τζινπίνγκ.

Σε ό,τι αφορά το παρελθόν έτος, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, η Ευρωζώνη αναπτύχθηκε κατά μόλις 1,8%, ήτοι με τον χαμηλότερο ρυθμό από το 2013 – με τα δύο τελευταία τρίμηνα να καταγράφουν καθήλωση στο 0,2%.

Η σύγκριση με το 2,4% του 2017 είναι αποκαρδιωτική. Όπως, άλλωστε, και αυτή με τις ΗΠΑ, που κατέγραψαν ρυθμό ανάπτυξης περί το 3% και διατηρούν την ανεργία στο 4% (έναντι 7,9% της Ευρωζώνης).

Υπάρχουν νομισματικά εργαλεία;

Ήδη ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, έχει προειδοποιήσει για την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος. Όμως αυτός του οποίου οι "χρησμοί" έχουν το αντικειμενικά μεγαλύτερο βάρος είναι ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι. Και η δήλωσή του την προηγούμενη εβδομάδα ενώπιον των ευρωβουλευτών ότι, "αν τα πράγματα πάνε πολύ άσχημα, μπορούμε πάντα να χρησιμοποιήσουμε κάποια από τα εργαλεία μας", ήταν όσο ηχηρή μπορεί να είναι η μετρημένη τοποθέτηση ενός κεντρικού τραπεζίτη.

Το ζήτημα, όμως, είναι ότι οι σχεδιασμοί της Φρανκφούρτης και ο οικονομικός κύκλος βρίσκονται σε απόκλιση, εφόσον η επιβράδυνση συμπίπτει με τη διακοπή, από την Πρωτοχρονιά και εξής, της "ποσοτικής χαλάρωσης" της ΕΚΤ, συνολικού ύψους 2,6 τρισ. ευρώ, η οποία και ευθύνεται κατεξοχήν για το θετικά μεγέθη της προηγούμενης περιόδου.

Αποτελεί ανοιχτό ερώτημα το πότε και αν θα ακολουθήσουν τα λογικώς επόμενα βήματα, της μη επανεπένδυσης στους τίτλους που θα λήγουν και της αύξησης των επιτοκίων. Πόσω μάλλον το αν η ΕΚΤ θα ανανεώσει τα δάνεια τετραετούς διάρκειας με ενίοτε αρνητικά επιτόκια προς τις τράπεζες (T-LTROs) και τα οποία λήγουν το 2020 και 2021.

Σε κάθε περίπτωση, ο εν αποδρομή Ντράγκι, που στα τέλη του έτους θα παραδώσει τα ηνία, δεν είναι πια εκείνος που μπορεί να κατευνάσει τα πνεύματα με μια δήλωση του τύπου "θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί" του 2012. Το πολιτικό κλίμα στον ευρωπαϊκό Βορρά, και δη στην καθοριστική για τους συσχετισμούς στη διοίκηση της ΕΚΤ Γερμανία, είναι απαγορευτικό για μια επιστροφή στην επεκτατική νομισματική πολιτική – και αυτό οι αγορές το γνωρίζουν.

Επιμονή στη λιτότητα

Όμως ούτε και το έτερο εργαλείο της δημοσιονομικής πολιτικής είναι διαθέσιμο, εφόσον η επιμονή στις πολιτικές λιτότητας δεν κάμπτεται από τη νέα συγκυρία.

Ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Όλαφ Σολτς, προγραμματίζει περικοπές ύψους 25 δισ. ευρώ προκειμένου να έχει ισοσκελισμένο Προϋπολογισμό – στόχος που πλέον αποτελεί τα άγια των αγίων. Οι δοκιμασίες της Ιταλίας αντιμετωπίζονται αφ' υψηλού ως "αυτοτραυματισμός" λόγω της ανευθυνότητας των ιθυνόντων της Ρώμης, ενώ η Γερμανία έχει επιτύχει σχεδόν πλήρη απασχόληση και, συνεπώς, δεν χρειάζεται να αλλάξει γραμμή πλεύσης.

Στην πραγματικότητα, όμως, η κατάσταση της Γερμανίας διαφέρει από την ιταλική πολύ λιγότερο από όσο νομίζεται, εφόσον η δημοσιονομική "υγεία" εξασφαλίζεται με περικοπή των επενδύσεων (με αποτελέσματα ήδη ορατά στην κατάσταση των υποδομών), την ίδια ώρα που η γήρανση του πληθυσμού μεγαλώνει διαρκώς τις μη παραγωγικές δαπάνες.

Οι πολιτικοί συσχετισμοί επιδεινώνουν το πρόβλημα, καθώς στον "μεγάλο συνασπισμό" του Βερολίνου οι Χριστιανοδημοκράτες ωθούν προς την κατεύθυνση της μείωσης των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες προς την αύξηση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, με αποτέλεσμα την παράλυση.

Το ρίσκο της "άτακτης εξόδου"

Στο πεδίο του Brexit, η άκαρπη απόπειρα της Βρετανίδας πρωθυπουργού να επαναδιαπραγματευτεί με τους κοινοτικούς ιθύνοντες την εβδομάδα αυτή, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δικλίδα ασφαλείας (backstop) στο ιρλανδικό σύνορο, καταδεικνύει τις ευθύνες των "27".

Σε μια συγκυρία κατά την οποία το κόμμα των Συντηρητικών επανευρίσκει, όπως έδειξαν οι τελευταίες κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες, τη χαμένη του εσωτερική ενότητα, αλλά και την απήχησή του, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, στο βρετανικό εκλογικό σώμα, ενώ οι Εργατικοί εμφανίζονται πρόθυμοι να συνεργαστούν με την Ντάουνινγκ Στριτ, ώστε να αποφευχθεί το "άτακτο Brexit", η ευρωπαϊκή πλευρά εξακολουθεί να μένει επί της ουσίας ανυποχώρητη στο ζήτημα του backstop, το οποίο κατεξοχήν παρεμποδίζει την επίτευξη συμφωνίας.

Πρόκειται για τη ριψοκίνδυνη επιλογή να υποχρεωθεί η Βρετανία σε προκαταβολικές υποχωρήσεις ως προς τη μελλοντική σχέση των δύο πλευρών (παραμονή σε τελωνειακή ένωση), μολονότι αυτή η διαπραγμάτευση διαχωρίστηκε πλήρως, με επιμονή των "27", από την προκείμενη "συμφωνία διαζυγίου".

Ενώ πλησιάζει η "ώρα μηδέν" της 29ης Μαρτίου, η συνειδητοποίηση του ότι η Γερμανία ενδέχεται να πληγεί περισσότερο από τη Βρετανία σε περίπτωση "σκληρού Brexit" (λ.χ. με την απώλεια 250.000 εξαγωγών αυτοκινήτων) οδηγεί φορείς όπως το ινστιτούτο IFO σε καταγγελία των "ιδεολόγων" του μη διαχωρισμού των "τεσσάρων ελευθεριών" και σε υπεράσπιση μιας πιο "ευέλικτης" επιλογής πολλαπλών ομόκεντρων κύκλων στην Ε.Ε., ενώ οι χαμηλοί τόνοι που τηρεί προσωπικά η Άνγκελα Μέρκελ προοιωνίζονται πυροσβεστική παρέμβαση της καγκελαρίου την τελευταία στιγμή.

Οι πολιτικές επιπτώσεις εν όψει ευρωεκλογών

Ζητούνται τολμηρά βήματα προς τα εμπρός και πανευρωπαϊκές συναινέσεις. Αντ' αυτού, την ώρα που η Ευρωζώνη απειλείται με το τρίτο οικονομικό σοκ της τελευταίας δεκαετίας, το πολιτικό περιβάλλον παραπέμπει σε εθνικές αναδιπλώσεις, ρητορικούς πολέμους και οξυμένους ανταγωνισμούς.

Ο δεξιός λαϊκισμός ευρωσκεπτικιστικών αποχρώσεων προβάλλει ως η αναδυόμενη πολιτική δύναμη της γηραιάς ηπείρου – και η διαφαινόμενη δυσπραγία οπωσδήποτε δεν ψαλιδίζει τις εκλογικές προοπτικές του στις ευρωεκλογές του Μαρτίου. Αν δυνάμεις όπως ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, η συγκυβερνώσα Λέγκα της Ιταλίας, οι Σουηδοί Δημοκράτες ή το ισπανικό VOX υπερβούν τις διαιρέσεις τους και καταλάβουν αθροιστικά περισσότερο από το ένα τρίτο των εδρών του Ευρωκοινοβουλίου, ο δρόμος για την επιβολή πολιτικών κυρώσεων όπως αυτές που έχει δρομολογήσει η Κομισιόν εναντίον των αυταρχικών και ξενοφοβικών κυβερνήσεων της Ουγγαρίας και της Πολωνίας θα έχει κλείσει.

Ο δεξιός λαϊκισμός θα έχει επίσης τη δυνατότητα να αποτελεί μια ισχυρή μειοψηφία που θα φέρει προσκόμματα στην υιοθέτηση του επόμενου πολυετούς Προϋπολογισμού, την έγκριση εμπορικών συμφωνιών, ακόμα και την ανάδειξη των νέων κοινοτικών οργάνων, για τα οποία ο μέχρι τώρα ευρωπαϊκός "μεγάλος συνασπισμός" ΕΛΚ και Σοσιαλιστών-Δημοκρατών μπορεί να μην είναι πια επαρκής.

Δύο ή τρία μέλη της επόμενης Κομισιόν θα μπορούσαν κάλλιστα να προέλθουν από αυτόν τον χώρο, ενώ οι ευρωπαϊκές του επιδόσεις σίγουρα θα ενισχύσουν τις αντίστοιχες προσπάθειες στις αναμετρήσεις που πρόκειται να διεξαχθούν σε εθνικό επίπεδο.

Το πρωτοφανές διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας, που προκάλεσε η ανοιχτή στήριξη των ιταλικών "Πέντε Αστέρων" στο γαλλικό κίνημα των "κίτρινων γιλέκων", ενδεχομένως είναι μια εικόνα από το ευρύτερο ευρωπαϊκό μέλλον...

Δυσμενές περιβάλλον για την ελληνική ανάκαμψη

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της οποίας τα δεδομένα αναβαθμίστηκαν ελαφρά κατά τις χειμερινές προβλέψεις της Κομισιόν (ανάπτυξη 2% το 2018, 2,2% το 2019 και 2,3% το 2020). Ωστόσο, η συνολικά δυσμενής εικόνα της Ευρωζώνης αναδεικνύει τα "κοντά ποδάρια" του υποτιθέμενου ελληνικού success story.

Άλλωστε, η επιβράδυνση στις χώρες οι οποίες αποτελούν τους κύριους προορισμούς της ελληνικής εξαγωγικής δραστηριότητας, αλλά και τους τροφοδότες της τουριστικής βιομηχανίας, είναι αρνητικός οιωνός για τις προσπάθειες ανάκαμψης της χώρας – χωρίς καν να βάλει κανείς στον λογαριασμό πιθανούς εισαγόμενους κραδασμούς στο μέτωπο του χρέους, εν μέσω επιδιωκόμενης εξόδου στις αγορές.

Πόσω μάλλον που και η προσέλκυση επενδύσεων χωλαίνει για λόγους και ενδογενείς (βλ. υστέρηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων). Χαρακτηριστική ήταν και η συζήτηση στο EWG της περασμένης εβδομάδας επί της 2ης μετα-μνημονιακής αξιολόγησης: ανησυχία για τις τράπεζες (όσο δεν προκύπτει ο "διάδοχος" του νόμου Κατσέλη), εκκρεμότητα 16 προαπαιτουμένων (Εγνατία, δαπάνες υγείας, στελέχωση της ΑΑΔΕ κ.λπ.), διαφωνίες, κυρίως γερμανικές, ως προς τον ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου, μεγαλύτερη του αναμενομένου αύξηση του κατώτατου μισθού, πιθανός δημοσιονομικός εκτροχιασμός από τα αναδρομικά λόγω δικαστικών αποφάσεων κ.λπ.

Του Κώστα Ράπτη, Capital

Τέλος στην εκτύπωση του χαρτονομίσματος των 500 ευρώ - Οι λόγοι

500euro2019

Τέλη Ιανουαρίου οι κεντρικές τράπεζες σταματούν να εκτυπώνουν το γνωστό αλλά σπάνιο χαρτονόμισμα των 500 ευρώ.

Αυτό θα συμβεί σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, εκτός από την Αυστρία και τη Γερμανία στις οποίες η "διακοπή” θα γίνει τρεις μήνες αργότερα. 

Η απόφαση για τη διακοπή εκτύπωσης νέων 500ευρων πάρθηκε την άνοιξη του 2018 από την ΕΚΤ καθώς το χαρτονόμισμα αυτό εκτιμάται ότι λόγω της υψηλής ονομαστικής αξίας έχει γίνει αφενός "εργαλείο” διακίνησης μαύρου χρήματος και αφετέρου μέσο αποθησαυρισμού εκτός τραπεζικού συστήματος. Κάτι σαν τη χρυσή λίρα...

Για περιοχές ειδικά όπως η Ελλάδα, ή η Κύπρος, μετά την εισαγωγή των capital controls το χαρτονόμισμα των 500 ευρώ έχει χρησιμοποιηθεί σαν "νόμισμα” ασφάλειας και έχει σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ αποθησαυρισθεί στα "στρώματα” ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται σε είδη συναλλαγών που δεν περνούν από το τραπεζικό σύστημα. 

Ένα τέτοιο είδος συναλλαγής είναι οι πωλήσεις ακινήτων, στις οποίες πέραν του τιμήματος που φορολογείται με βάση τις αντικειμενικές αξίες, υπάρχει και το κομμάτι της συναλλαγής που αφορά το ποσό μεταξύ αντικειμενικής και εμπορικής και το οποίο εξυπηρετείται με χαρτονομίσματα μεγάλης ονομαστικής αξίας μεταξύ των οποίων εκείνα των 200 και των 500 ευρώ παραμένουν τα πλέον δημοφιλή.

Η διακοπή της αναπαραγωγής των νομισμάτων των 500 ευρώ αναμένεται να "πλήξει” τις συναλλαγές αυτές αλλά όπως εκτιμάται η σταδιακή προσέγγιση των εμπορικών με τις αντικειμενικές αξίες θα εξαλείψει τη σχετική... "ανάγκη”. 

Παραμένει όμως το χαρτονόμισμα των 500 ευρώ το πλέον περιζήτητο όσον αφορά τον αποθησαυρισμό εκτός τραπεζών και η πίεση αυτή εκτιμάται ότι θα παραμείνει και θα αυξηθεί όσο διατηρούνται τα capital controls στην Ελλάδα. 

capital

Wall Street Journal: Το τέλος του ευρώ είναι κοντά, πλησιέστερα από ό,τι πιστεύουμε

euroelbetiko
 
Το τέλος του ευρώ είναι πλησιέστερα από ό,τι πιστεύουμε, υποστηρίζει o Άβι Τιόμκιν, σύμβουλος αρκετών hedge funds και ειδικός στην παγκόσμια μακροοικονομική ανάλυση, σε άρθρο του στην Wall Street Journal.
 
Σύμφωνα με τον Τιόμκιν, είναι προφανές ότι στην Ευρώπη με τόσες εθνικές, πολιτιστικές, γλωσσικές, πολιτικές και οικονομικές διαφορές, το ευρώ ήταν καταδικασμένο να αποτύχει από την αρχή.
 
Η μέρα της κρίσης για το ευρώ είχε έρθει από το 2012, όταν η ΕΚΤ δήλωσε ότι «θα καταβάλει κάθε προσπάθεια» για τη διάσωση του κοινού νομίσματος, υιοθετώντας ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
 
Πριν από την κρίση του 2011-12, που δημιουργήθηκε από την ανικανότητα ορισμένων χωρών να αποπληρώσουν τα χρέη τους και να διασώσουν τις τράπεζές τους, κανείς δεν πίστευε ότι η ΕΕ θα θυσίαζε όλες τις αρχές της νομισματικής της πολιτικής, υιοθετώντας δρακόντειες δημοσιονομικές πολιτικές λιτότητας, που προκάλεσαν ανεπανόρθωτες ζημιές σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της περιοχής.
 
Ωστόσο, τα προβλήματα της Ευρώπης δεν θεραπεύθηκαν, καθώς το 2015 η Ευρωζώνη επανήλθε σε κρίση λόγω της Ελλάδας, της οποίας το τραπεζικό σύστημα βρισκόταν σε κίνδυνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΚΤ προχώρησε τότε σε ένα πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων, ύψους 80 δισεκατομμυρίων ευρώ μηνιαίως. Σε τρία χρόνια η ΕΚΤ διοχέτευσε στην ευρωπαϊκή οικονομία περί τα 3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ και μείωσε τα επιτόκια στο αρνητικό 0.4%.
 
Ο Ντράγκι χαρακτηρίστηκε ο σωτήρας της Ευρώπης, ωστόσο η νομισματική πολιτική και η λιτότητα που εφαρμόστηκε στους περισσότερους Ευρωπαίους, αποδείχθηκαν καταστροφικές οδηγώντας σε κοινωνικοπολιτικές αναταραχές και σοβαρά επίπεδα οικονομικής ανισότητας. Δεν είναι σύμπτωση, ότι στη Γαλλία το ακροδεξιό κόμμα της Μαρί Λεπέν συγκέντρωσε 34% στις προεδρικές εκλογές, ενώ σήμερα προηγείται του Προέδρου Μακρόν στις δημοσκοπήσεις για τις ευρωεκλογές.
 
Αντίστοιχες επιτυχίες σημείωσαν στις περιφερειακές εκλογές στη Γερμανία τόσο το ακροδεξιό AfD, όσο και το αριστερό κόμμα των Πρασίνων.
 
Σήμερα, το βάρος πέφτει στον προϋπολογισμό της Ιταλίας, το μέγεθος της οποίας δεν επιτρέπει να την προσπεράσουμε σαν να πρόκειται για την Ελλάδα. Ο Ματέο Σαλβίνι, ηγέτης της Λέγκα του Βορρά, χαρακτήρισε τον πρόεδρο της Ευρ. Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, «εχθρό της Ευρώπης» και το ευρώ «νόμισμα της Γερμανίας», προσθέτοντας ότι «ήταν, είναι και θα παραμείνει ένα λάθος». Πολλοί ελπίζουν ότι το παρόν αδιέξοδο θα επιλυθεί με την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόζεται στο σύνολο της Ευρωζώνης.
 
Ακόμα και αν η Γερμανία και οι δορυφόροι της συμφωνήσουν στην εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής, αν και αμφίβολο, θα είναι σε τέτοια κλίμακα που θα οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού, αποσταθεροποίηση του νομίσματος, φυγή κεφαλαίων και δραματική αύξηση των μακροχρόνιων επιτοκίων.
 
Η πιο εύλογη λύση στο τελευταίο αδιέξοδο θα ήταν η έξοδος της Ιταλίας από την Ευρωζώνη. Με δεδομένο το μέγεθος της ιταλικής οικονομίας, μια τέτοια έξοδος θα οδηγούσε στη διάλυση της Ευρωζώνης. Και όπως δήλωσε πρόσφατα ο Σαλβίνι σχετικά με το ευρώ, «μόνον ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμος», καταλήγει ο Τιόμκιν.

20 χρόνια ευρώ: "Success story", ή εφιάλτης; Μεγάλη κερδισμένη η Γερμανία

euro xartis

Αντί να ενώσει τους Ευρωπαίους, το ευρώ αποτελεί συχνά αφορμή εντάσεων και διενέξεων. Ήταν τελικά η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος «μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του 20ού αιώνα», όπως έλεγε ο Χέλμουτ Κολ;

Σε 11 από τις τότε 15 χώρες-μέλη της Ευρωζώνης το ευρώ εισήχθη την 1η Ιανουαρίου του 1999, όπως αναφέρει η Deutsche Welle, ως επίσημο μέσο πληρωμής.

Αρχικά σε ηλεκτρονική μορφή και τρία χρόνια αργότερα με τη μορφή χαρτονομισμάτων και κερμάτων. Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1998, ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Κολ έκανε λόγο στη βουλή για «μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του 20ου αιώνα».

Η Γερμανία είναι ο μεγάλος κερδισμένος από την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος και την ενιαία αγορά. Σχεδόν το 40% των γερμανικών εξαγωγών προορίζονται για χώρες-μέλη της Ευρωζώνης, χωρίς να προκύπτει κόστος για συνάλλαγμα και ασφάλιστρα διακυμάνσεων της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Την Πρωτοχρονιά του 2002 χαρτονομίσματα και κέρματα του ευρώ κυκλοφόρησαν σε 12 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Δεν είχαν κοπάσει ακόμα οι εορτασμοί και τα πυροτεχνήματα όταν μπροστά στις τράπεζες άρχισαν να δημιουργούνται ουρές κόσμου που ήθελαν να πιάσουν στα χέρια τους τα πρώτα ευρώ για τα οποία τόσα είχαν ακούσει.

Δύσπιστοι έναντι του ευρώ ακόμα και Γερμανοί

Όμως η ευφορία των πρώτων ετών εξανεμίστηκε το αργότερο με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008 και την κρίση χρέους σε αρκετές χώρες της Ευρωζώνης. Σε πρόσφατη σφυγμομέτρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 70% των Γερμανών απαντά ότι το ευρώ ωφελεί τη Γερμανία. Μόλις ένα χρόνο νωρίτερα το ποσοστό έφθανε το 76%.

20 χρόνια μετά την εισαγωγή του το ευρώ είναι σήμερα το επίσημο μέσο συναλλαγής σε 19 ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ η Ευρωζώνη θα πρέπει σύντομα να διευρυνθεί: «Το ευρώ σχεδιάστηκε για να γίνει το ενιαίο νόμισμα ολόκληρης της Ευρώπης», έλεγε το φθινόπωρο του 2017 ο Λουξεμβουργιανός πολιτικός.

Είναι γεγονός ότι οι χώρες της ΕΕ έχουν δεσμευθεί να εισάγουν το ευρώ όταν θα πληρούν τις προϋποθέσεις, όπως χαμηλός πληθωρισμός και υγιή δημοσιονομικά. Ενδιαφέρον για υιοθέτηση του ευρώ έχουν εκδηλώσει η Βουλγαρία και η Κροατία.

Ο Ευρωπαίος επίτροπος Νομισματικών Υποθέσεων Βάλντις Ντομπρόφσκις προειδοποιεί ωστόσο ότι με αφορμή την οικονομική κρίση θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι νέες χώρες-μέλη θα είναι επιτυχημένες οικονομικά μέσα στην Ευρωζώνη.

Ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν Κλοντ Τρισέ θεωρεί το ευρώ μια ιστορία επιτυχίας: «Πετύχαμε να κάνουμε το ευρώ αμέσως μετά την εισαγωγή του το δεύτερο σε ισχύ νόμισμα του κόσμου». Το μήνυμα του πρώην επικεφαλής της Ευρωτράπεζας προς την ΕΕ και την ΕΚΤ είναι σαφές: «Να προχωρήσει το συντομότερο η Οικονομική και Νομισματική Ένωση στην Ευρώπη».

iefimerida

Kατέρρευσε η "Turk Telekom" με 33.000 υπαλλήλους! Μέτρα για να «σωθεί» η βυθιζόμενη τουρκική λίρα

turk telekom 708

Mπροστά στον φόβο ενός ντόμινο που θα συμπαρασύρει και άλλες τουρκικές επιχειρήσεις μετά την κατάρρευση της Turk Telekom η Τουρκία προχωρά σε μια νέα προσπάθεια στήριξης της λίρας, η πτώση της οποιίας δεν έχει τέλος.

Οπως αναφέρουν οι Financial Times οι τουρκικές αρχές ανακοίνωσαν τον μηδενισμό του φόρου στις καταθέσεις τουρκικής λίρας. Ειδικότερα, όπως τονίζουν, η παρακράτηση φόρου στις καταθέσεις λίρας άνω του ενός έτους θα μειωθεί στο μηδέν από 10% που είναι σήμερα.

Επιπλέον θα μειωθούν οι φόροι στις καταθέσεις διάρκειας μικρότερης του ενός έτους. Η παρακράτηση φόρου στις καταθέσεις ξένου συναλλάγματος έως ενός έτους, αντιθέτως, αυξάνονται στο 16% από 15%.

Στην ανακοίνωση αναφέρεται πως οι αλλαγές θα είναι προσωρινές, και θα έχουν διάρκεια τριών μηνών.

Η είδηση της χρεοκοπίας της τουρκικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών προκάλεσε πανικό, καθώς πολλές τουρκικές επιχειρήσεις ακολουθούν την ίδια τακτική εισπράττοντας σε τουρκική λίρα και αποπληρώνοντας σε δολάρια ή ευρώ τα δάνειά τους.

Οπως μετέδωσε ο ανταποκριτής του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, Μανώλης Κωστίδης, η τουρκική εταιρεία αδυνατούσε να αποπληρώσει τα δάνεια προς τις τράπεζες και πλέον η λύση βρίσκεται στα χέρια των τραπεζών. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι εισπράττει σε τουρκικές λίρες και πληρώνει σε συνάλλαγμα τα δάνειά της. Το ποσό των δανείων της αγγίζει τα 4,7 δισ. δολάρια.

Το υπουργείο Οικονομικών της Τουρκίας έδωσε την τελική έγκριση, ανοίγοντας το δρόμο για τη μεταβίβαση πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της εταιρείας στις τράπεζες. Οι μετοχές που θα λάβουν θα είναι ανάλογες του δανείου που είχαν χορηγήσει.

Χθες η υποτίμηση της τουρκικής λίρας άγγιξε το 4,5% ενώ αυτή την ώρα υποχωρεί κατά περίπου 3% στις 6,4423 λίρες/δολάριο.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μόλις δύο μέρες πριν η JP Morgan έκρουσε σήμα κινδύνου για τη γετονική χώρα επισημαίνοντας ότι πρέπει να αποπληρώσει εξωτερικό δημόσιο χρέος ύψους 179 δισ. δολαρίων, μέχρι τον Ιούλιο του 2019, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 25% του ΑΕΠ της χώρας.

Το μεγαλύτερο τμήμα των χρεογράφων που ωριμάζουν –περί τα 146 δισ. δολάρια- κατέχεται από τον ιδιωτικό τομέα και κυρίως τις τράπεζες.

Για την αποπληρωμή ή την επιμήκυνση του χρέους η τουρκική κυβέρνηση χρειάζεται 4,3 δισ. δολάρια, ενώ για το υπόλοιπο ποσό είναι υπόχρεες επιχειρήσεις του τουρκικού δημοσίου τομέα, σύμφωνα με την έκθεση της JPM.