Παρ08172018

Τελευταία ΕνημέρωσηΠεμ, 16 Αυγ 2018 7pm

Back Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Οικονομια Ελλαδα

Γερμανικά ΜΜΕ: Το μνημόνιο τελειώνει, αλλά η μάχη της επιβίωσης συνεχίζεται για τους Ελληνες

ftoxia paidi

Στην κατάσταση στην Ελλάδα, ενόψει της ολοκλήρωσης του προγράμματος, εστιάζουν γερμανικές εφημερίδες.

Η Stuttgarter Nachrichten επισημαίνει ότι πολλοί Ελληνες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με τη φτώχεια στο μέλλον, ενώ η  Handelsblatt υπογραμμίζει ότι η χώρα μας απέχει ακόμη από τις αγορές. Προειδοποιεί μάλιστα τον Αλέξη Τσίπρα ότι δεν πρέπει να περιμένει «πολιτικές εκπτώσεις» γιατί οι αγορές δεν δείχνουν έλεος.

«Μάχη επιβίωσης»

Η Stuttgarter Nachrichten, στην ανταπόκρισή της από την Αθήνα σημειώνει ότι το πρόγραμμα ολοκληρώνεται στις 20 Αυγούστου, αλλά «δεν είναι ορατή καμία αποκλιμάκωση της κατάστασης για τους ανθρώπους στη χώρα – αντιθέτως: Πολλοί Έλληνες απειλούνται να βρεθούν στο μέλλον αντιμέτωποι με τη φτώχεια και να μείνουν άστεγοι».

Η εφημερίδα αναφέρει παραδείγματα εξαιρετικά φτωχών νοικοκυριών στην Αθήνα, ανθρώπων που μετά βίας κατορθώνουν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ατόμων που έχασαν τις δουλειές τους και φοβούνται για το τι τους περιμένει στη συνέχεια.

Παράλληλα, σημειώνει το εξαιρετικά βαρύ τίμημα που είχαν για τη χώρα τα προγράμματα λιτότητας που εφήρμοσε. «Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε περισσότερο από ένα τέταρτο. Δεκάδες χιλιάδες εταιρείες χρεοκόπησαν. Τα εισοδήματα μειώθηκαν κατά ένα τρίτο και η ανεργία αυξήθηκε από 7,5% σε 27%. Το επίδομα ανεργίας (…) καταβάλλεται το πολύ για έναν χρόνο. Ένα κατώτατο επίδομα διαβίωσης, όπως το Hartz IV (στη Γερμανία), δεν υπάρχει.

Επομένως συχνά από την ανεργία δεν υπολείπεται παρά ένα μικρό βήμα για να μείνει κανείς άστεγος», γράφει η Stuttgarter Nachrichten.

Handelsblatt: Μακρύς ο δρόμος για τις αγορές

Από την άλλη η Handelsblatt αναφέρεται στον μακρύ δρόμο που καλείται να διανύσει η Ελλάδα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, προκειμένου να επιστρέψει με επιτυχία στις διεθνείς αγορές

«Η Ελλάδα απέχει ακόμη πολύ από το να επιστρέψει τις κεφαλαιαγορές», εκτιμά η οικονομική εφημερίδα, τονίζοντας ότι παρά το εξαιρετικά σκληρό πρόγραμμα λιτότητας που κλήθηκε να υλοποιήσει η χώρα, «οι μεταρρυθμίσεις δεν επιτρέπεται να ατονήσουν μετά την τελευταία δανειακή δόση από την ΕΕ». Παράλληλα, αμφισβητεί το αφήγημα του Πιερ Μοσκοβισί περί επιστροφής στην ομαλότητα.

«Ακόμη κι αν ο Ελληνας ασθενής πήρε εξιτήριο από την εντατική μετά από 8,5 χρόνια, η χώρα έχει ακόμη μπροστά της μια μακρά περίοδο αποκατάστασης  μέχρις ότου μπορέσει να ξανασταθεί με σιγουριά στα δικά της πόδια», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η εφημερίδα χαρακτηρίζει μέτρα τα αποτελέσματα των προγραμμάτων προσαρμογής της Ελλάδας. «Στο πεδίο της δημοσιονομικής εξυγίανσης η Αθήνα είχε μεγαλύτερη επιτυχία από κάθε άλλη χώρα της κρίσης στην ευρωζώνης. Αυτό ήταν όμως απαραίτητο, δεδομένου ότι πουθενά αλλού δεν ήταν τόσο καταστροφικό το σημείο εκκίνησης», επισημαίνει ο αρθρογράφος και συνεχίζει: «Οι όροι λιτότητας ήταν υπερβολικά σκληροί. Οδήγησαν την Ελλάδα στη βαθύτερη και πιο μακρόχρονη ύφεση που έχει περάσει ευρωπαϊκή χώρα σε περίοδο ειρήνης. Μια χαλάρωση της πιεστικής λιτότητας θα μπορούσε να είχε δώσει νωρίς αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία και να είχε μετριάσει την ανθρωπιστική καταστροφή από την οποία υποφέρει η Ελλάδα μέχρι και σήμερα», επισημαίνει το σχόλιο, μοιράζοντας τις ευθύνες για τη μη λήψη αποτρεπτικών μέτρων τόσο στους δανειστές όσο και στις ελληνικές κυβερνήσεις που δεν προέβησαν σε λήψη διαρθρωτικών μέτρων που θα καθιστούσαν την Ελλάδα ανταγωνιστικότερη.

Το δημοσίευμα τονίζει ότι η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι «κλειδί» για διαρκή ανάπτυξη που θα απελευθερώσει την Ελλάδα από την «παγίδα του χρέους».

Λάθος μηνύματα από Τσίπρα

«Ακόμη πιο σημαντικό είναι η Ελλάδα να προσπαθήσει να κερδίσει εμπιστοσύνη παραμένοντας σε τροχιά μεταρρυθμίσεων μετά το τέλος του προγράμματος. Όμως δυστυχώς υπάρχουν ενδείξεις ότι συμβαίνει το αντίθετο», αναφέρει η εφημερίδα.

Το δημοσίευμα εγκαλεί τον Αλέξη Τσίπρα για δηλώσεις περί λήψης μέτρων στα οποία ο ίδιος δεν πιστεύει, αλλά αναγκάζεται να εφαρμόσει υπό την πίεση των δανειστών, σχολιάζοντας ότι «αυτά είναι λανθασμένα μηνύματα». Ο Αλέξης Τσίπρας, τονίζει, δεν μπορεί να περιμένει «πολιτικές εκπτώσεις στις αγορές. Αυτές δεν δείχνουν έλεος».

DW

Τώρα αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα στην οικονομία. Aναλυτικά

tsipr tsakal voili skythr
Σε αντίθεση με το κυβερνητικό αφήγημα, οι επόμενοι μήνες θα αποτελέσουν μια πραγματική δοκιμασία για την ικανότητα ελιγμού μέσα στο τοπίο της «ενισχυμένης επιτήρησης»

Μέχρι τώρα η κυβέρνηση προσπάθησε να πείσει ότι τα πραγματικά δύσκολα είναι πίσω μας και τώρα μπαίνουμε στο δρόμο της εξόδου από τα μνημόνια και της δίκαιης ανάπτυξης.

Βέβαια, η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Αυτό που είναι «πίσω μας» είναι το πολιτικό κόστος από τη διαδικασία ψήφισης των περισσότερων από τις «μνημονιακές» δεσμεύσεις της κυβέρνησης, δηλαδή ο πολιτικός και κοινωνικός αντίκτυπος από το ότι τα μέτρα αυτά επρόκειτο να ψηφιστούν.

Όμως, το πραγματικό κόστος αρκετών μέτρων όπως και η ασφυκτική επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι στοιχεία μπροστά μας.

Πάνω από όλα αυτό που είναι μπροστά μας είναι το διαρκές πρόβλημα του χρέους, καθώς η συμφωνία του Eurogroup έδωσε μια κρίσιμη ανάσα χρόνου στη δεκαετία 2022-2032 αλλά δεν έκανε την κρίσιμη τομή που θα έκλεινε τον κρίσιμο κύκλο της υπερχρέωσης.

Υποχρεωτική η εφαρμογή όλων των μέτρων

Σε αυτό το φόντο πληθαίνουν τα διαρκή μηνύματα από τους «θεσμούς» ότι πρέπει να υπάρξει απαρέγκλιτη εφαρμογή των ψηφισμένων και συμφωνημένων μέτρων.

Το πρώτο μήνυμα ήταν η ίδια η απόφαση του γερμανικού κοινοβουλίου για την συναίνεση στην εκταμίευση της τελευταίας δόσης του ESM. Η απόφαση κάνει σαφές ότι τα επόμενα βήματα θα περνούν από την αξιολόγηση της πορείας της χώρας, ενώ σε σχέση με τον μειωμένο ΦΠΑ στη νησιά που παρατάθηκε για 6 μήνες με αντιστάθμισμα μείωση των αμυντικών δαπανών, είναι σαφές ότι η πλειοψηφία της Γερμανικής Βουλής αναμένει ότι στη συνέχεια θα επανέλθει κανονικά. Σε ένα τέτοιο φόντο είναι πολύ δύσκολο να δεχτούν παρεκκλίσεις από τα όσα μέτρα έχουν συμφωνηθεί.

Το δεύτερο μήνυμα ήταν η έκθεση του ΔΝΤ. Για την ακρίβεια αυτό ήταν ένα από τα μηνύματα από την έκθεση του ΔΝΤ. Το Ταμείο μπορεί να διαφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προς την μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, αλλά επίσης θεωρεί αυτονόητη την εφαρμογή όλων των μέτρων.

Το τρίτο μήνυμα ήταν οι παρεμβάσεις του εκπροσώπου του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ ο οποίος υπογράμμισε ότι η 20η Αυγούστου «θα είναι ένα σημαντικό βήμα για τη χώρα», επισημαίνοντας συγχρόνως ότι «η Ελλάδα θα πρέπει τώρα να αποδείξει στους εταίρους της και στις αγορές της ότι δεσμεύεται να μην αντιστρέψει τις μεταρρυθμίσεις, για να γίνει μια ισχυρή οικονομία δημιουργώντας ανάπτυξη και θέσεις εργασίας».

Οι πολλαπλές μορφές εποπτείας και επιτήρησης

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους είναι η θέση ότι μετά το τυπικό τέλος του «ελληνικού προγράμματος» η χώρα θα έχει το περιθώριο να διαλέγει τα μέσα πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι θα πιάνει τους δημοσιονομικούς κανόνες.

Στην πραγματικότητα η χώρα θα είναι υπό διαρκή εποπτεία και επιτήρηση και οι «θεσμοί» θα έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν σε όλες τις όψεις της ασκούμενης πολιτικής.

Οι μορφές αυτές περιλαμβάνουν:

  • Την «ενισχυμένη εποπτεία» που θα σημαίνει αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας 4 φορές το χρόνο.
  • Την αξιολόγηση από το Eurogroup 2 φορές το χρόνο για να «αποδεσμεύονται» οι παρεμβάσεις που προβλέπονται στη συμφωνία για το ελληνικό χρέος, δηλαδή τα 600 εκατομμύρια από τα κέρδη των ομολόγων και τα 200 εκατομμύρια από τη μείωση επιτοκίων
  • Τις ανά εξάμηνο εκθέσεις της Κομισιόν, που αποτελούν την «κλασική» μεταμνημονιακή εποπτεία, όπως έγινε και με άλλες χώρες που είχαν μπει σε «πρόγραμμα».
  • Το «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο», που είναι ένας «κανονικός» ευρωπαϊκός θεσμός, δεν συνδέεται δηλαδή με κάποιο ειδικό πρόγραμμα, και το οποίο σημαίνει διαρκή παρακολούθηση της σύνταξης και της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των κρατών μελών.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι κάθε άλλο παρά ελεύθερη θα είναι η ελληνική κυβέρνηση να κάνει ό,τι θέλει ή να παρεκκλίνει από το πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί.

Ή για να το πούμε διαφορετικά για κάθε δήλωση του Μοσκοβισί που θα αφήνει ένα περιθώριο για αλλαγές, θα υπάρχουν πολύ περισσότερες σε εξέλιξη διαδικασίες αξιολόγησης για να εξασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρξουν αλλαγές.

Τα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα του χρέους και η «έξοδος στις αγορές»

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που μεσοπρόθεσμα θα κληθεί να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία είναι το θέμα του χρέους. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο η Ελλάδα σε όλη την δεκαετία του 2020 θα είναι σε επίπεδα χρέους που το 2009 θα τα θεωρούσαμε ότι απαιτούν την υπαγωγή σε μνημόνιο.

Εδώ είναι που κρίνονται δύο βασικές παράμετροι: η ικανότητα αποπληρωμής του και η ικανότητα εξασφάλισης πρόσβασης στις αγορές.

Ως προς την ικανότητα αποπληρωμής του, όλα δείχνουν ότι χωρίς λήψη μέτρων αναδιάρθρωσής του, κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του 2030 οι δαπάνες αποπληρωμής του θα ξαναγίνουν υπέρογκές καθώς οι μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες θα υπερβούν το 20% του ΑΕΠ 

Ως προς την πρόσβαση στις αγορές, αυτή τη στιγμή η χώρα διαθέτει ένα χρηματοδοτικό «μαξιλάρι» 24,1 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ υπάρχουν και τα repos στα οποία έχει προχωρήσει το υπουργείο Οικονομικών «μαζεύοντας» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της γενικής κυβέρνησης. Αυτό αρκεί για να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για τους επόμενους 20 μήνες.

Αυτό επιτρέπει την «επιστροφή στις αγορές» με προσεκτικά βήματα, αλλά δεν αναστέλλει για πολύ τη «στιγμή της αλήθειας».

Η κυβέρνηση θα ήθελε να εκμεταλλευθεί την επόμενη περίοδο ώστε να κάνει προσεκτικά ανοίγματα στις αγορές, με επιτόκια που δεν θα είναι υπέρογκα.

Όμως, σε αυτό το δρόμο υπάρχουν ήδη εμπόδια:

  • Η έκθεση του ΔΝΤ μπορεί να συμπίπτει με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για την περίοδο έως το 2032, στιγμή κατά την οποία με βάση την συμφωνία του Eurogroup θα κριθεί ξανά η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και θα ληφθούν, εάν χρειαστεί  νέα μέτρα αναδιάρθρωσης, όμως, θέτει ζήτημα εκτροχιασμού του ελληνικού χρέους από το 2038 και μετά. Αυτό ρίχνει μια σκιά στο μεσοπρόθεσμο δανεισμό της χώρας.
  • Έπειτα υπάρχει η αναμονή για την Έκθεση Αξιολόγησης για το ελληνικό χρέος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που αναμένεται τον Οκτώβριο. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι θα είναι πιο κοντά στις εκτιμήσεις του ΔΝΤ παρά στις εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται η τρέχουσα συμφωνία για το ελληνικό χρέος, δηλαδή θα αποδέχεται τη βιωσιμότητα μέχρι το 2032, αλλά για την μετέπειτα περίοδο θα θεωρεί ότι δεν θα μπορεί να μείνει εντός των συμφωνηθέντων ορίων.
  • Όλα αυτά συνδυάζονται και με παραμέτρους που αφορούν την ευρύτερη συγκυρία. Η αναστάτωση στις διεθνείς αγορές αναμένεται να επηρεάσει και τις αγορές ομολόγων και άρα αυτό θα σημαίνει πιο ακριβό δανεισμό για τη χώρα.

Στα εμπόδια αυτά προστέθηκε και η απροθυμία της ΕΚΤ είτε να εντάξει, έστω και συμβολικά, μια που το πρόγραμμα τελειώνει, την Ελλάδα στη λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση» (QE), είτε να παρατείνει την κατ’ εξαίρεση αποδοχή των ελληνικών ομολόγων (το λεγόμενο waiver) μετά το τέλος του προγράμματος. Και αυτό είναι ένα συμβολικό «χτύπημα» στην ικανότητα της Ελλάδας να επιστρέψει άμεσα στις αγορές με ένα επιτόκιο που θα εμπνέει εμπιστοσύνη.

Ο τρόπος μάλιστα που παρουσίασε το συγκεκριμένο θέμα πρόσφατο άρθρο της γερμανικής εφημερίδας Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), είναι έτσι ενδεικτικός εφόσον υπογραμμίζει ότι «τις επόμενες μέρες η κυβέρνηση και οι τράπεζες στην Ελλάδα θα λάβουν όχι καλά νέα από την ΕΚΤ.

Διότι μαζί με το τέλος του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας τελειώνει και η προνομιακή μεταχείριση για την αναχρηματοδότηση των τραπεζών. Παράλληλα, η ΕΚΤ θα σβήσει τις ελπίδες των Ελλήνων να συμμετάσχει η χώρα τους έστω και για λίγους μήνες στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της κεντρικής τράπεζας (QE)».

Τα όρια των υπερπλεονασμάτων

Όμως, ο μεγαλύτερος μπελάς της κυβέρνησης, μια που αφορά την ικανότητα της κυβέρνησης να επιδείξει «κοινωνικό πρόσωπο», αφορά τη διαχείριση των πλεονασμάτων.

Καταρχάς, όλες οι ενδείξεις είναι ότι είναι αδύνατο για την κυβέρνηση να μην εφαρμόσει τα μέτρα ή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί να το επιτρέψουν.

Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε μπει στον εκλογικό κύκλο των ευρωεκλογών και σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις αισθάνονται την πίεση από λαϊκιστικά και ακροδεξιά κόμματα, όπως η Afd στη Γερμανία, και δύσκολα θα μπορούν να δώσουν την εικόνα ότι επιτρέπουν στους «Έλληνες να κάνουν ό,τι θέλουν σε βάρος του γερμανού φορολογούμενου».

Έπειτα, δεδομένου ότι τα πλεονάσματα αφορούν την αποπληρωμή του χρέους, το κλειδί είναι τα «υπερπλεονάσματα», ή για να χρησιμοποιήσουμε πιο τεχνική ορολογία, ο «δημοσιονομικός χώρος» που θα δημιουργείται κάθε χρονιά.

Αυτός εξαρτάται όχι μόνο από τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας αλλά και από τη διατήρηση σχετικά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, την ώρα που για παράδειγμα υπάρχει κίνδυνος παρά την υπερφορολόγηση να μην έχουμε σημαντική αύξηση εσόδων.

Σημειώνουμε πάντως ότι κανονικά το 2018 είναι χρονιά με μικρό σχετικά «δημοσιονομικό χώρο», εφόσον με βάση το Μεσοπρόθεσμο θα φτάσει μόλις το 0,06% του ΑΕΠ, εκτός και εάν ξεπεραστούν οι προβλέψεις. Κανονικά δηλ. η κυβέρνηση επρόκειτο να ανακοινώσει μέτρα με βάση τον προβλεπόμενο «δημοσιονομικό χώρο» του 2019, 0,46% του ΑΕΠ ή 868 εκατομμύρια ευρώ. Εξ ου και ότι κυρίως αυτά υποτίθεται ότι θα αφορούσαν φοροαπαλλαγές.

Σε αυτό προστίθεται η αναζήτηση διαρκώς πιθανού χώρου για το θέμα των συντάξεων, όπου η δυσκολία είναι διπλή: αφενός η άρνηση των δανειστών να συναινέσουν, σε μια φάση που η «γνώμη τους μετράει» σε αποφάσεις όπως π.χ. η χορήγηση των κερδών των ομολόγων, αφετέρου ότι ακόμη και να προχωρούσε μια τέτοια παρέκκλιση θα συμπαρέσυρε πιθανώς το κοινωνικό πακέτο που είχε οριστεί ως «αντίμετρα» από τη μεριά της κυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, με ορόσημο τη ΔΕΘ, η κυβέρνηση καλείται να λύσει μια δύσκολη εξίσωση, που δεν περιλαμβάνει μόνο την αναζήτηση συνεννόησης με τους δανειστές, αλλά και τις πραγματικές δυσκολίες της χάραξης πολιτικής στη μεταμνημονιακή εποχή. 

in

«Αυτό είναι το ελληνικό... success story: Μία χώρα λες και βγήκε από πόλεμο»

simaia xeri agalmatos

Μπορεί η Ευρώπη να πανηγυρίζει ότι η Ελλάδα είναι τώρα success story αλλά η Ελλάδα έχει υπάρξει μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές αποτυχίες στην ιστορία εκτός από τις περιόδους πολέμων ή επαναστάσεων γράφει σε ανάλυσή της η εφημερίδα Washington Post.

Η εφημερίδα τονίζει – με αφορμή και την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ – ότι «παρά τα χαμηλότερα επιτόκια και τις μεγαλύτερες περιόδους αποπληρωμής, η Ελλάδα έχει ακόμα μεγάλο χρέος, μικρή ανάπτυξη και πολύ εύθραυστο ιδιωτικό τομέα για να μπορεί να υποστηρίζει για πολύ ότι δεν θα χρειαστεί περισσότερη βοήθεια».

Η Washington Post, την οποία επικαλείται το protothema.gr, υπενθυμίζει ότι με βάση την τελευταία συμφωνία για την έξοδο από το πρόγραμμα η Ελλάδα υποτίθεται ότι θα πρέπει να έχει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους τουλάχιστον 2,2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. «Και ναι αυτό σημαίνει ακόμα τέσσερις δεκαετίες λιτότητας. Οπότε δεν είναι περίεργο ότι η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στα επίπεδα του 2008 μέχρι το 2030».

Η αμερικανική εφημερίδα σημειώνει ότι με την εξαίρεση του Σαν Μαρίνο, υπάρχουν μόνο τέσσερις χώρες που είχαν μεγαλύτερη συρρίκνωση στην οικονομία τους από την Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια: Η Λιβύη, η Υεμένη, η Βενεζουέλα και η Αυτοκρατορική Γουινέα.

«Οι δύο πρώτες χτυπήθηκαν από εμφύλιο και οι άλλες δύο είναι πετρελαιοπαραγωγές δικτατορίες που ήταν τόσο διεθφαρμένες και ανίκανες ώστε επιδείνωσαν την πετρελαϊκή κρίση. Ακόμα και η Ουκρανία η οικονομία της οποίας το 2009 χτυπήθηκε σφοδρά ενώ είχε και την ένταση με τη Ρωσία το 2014, τα πήγε καλύτερα από την Ελλάδα» αναφέρει η Washington Post.

Και το άρθρο καταλήγει: «Αυτό (σ.σ. η Ελλάδα) είναι ό,τι αποκαλεί επιτυχία η Ευρώπη: μια οικονομία που έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ ώστε μοιάζει να έχει βγει από πόλεμο».

crash

FAZ: Κακά «μαντάτα» για την Αθήνα μετά το τέλος του προγράμματος, λόγω της ξεροκεφαλιάς Τσίπρα

ekt

Υπό τον τίτλο «Κακά νέα για την Αθήνα», η γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung αναφέρεται στην πολιτική που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ έναντι της Ελλάδας μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος στήριξης στις 20 Αυγούστου.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, «τις επόμενες μέρες η κυβέρνηση και οι τράπεζες στην Ελλάδα θα λάβουν όχι καλά νέα από την ΕΚΤ. Διότι μαζί με το τέλος του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας τελειώνει και η προνομιακή μεταχείριση για την αναχρηματοδότηση των τραπεζών. Παράλληλα και σύμφωνα με πληροφορίες της FAZ, η ΕΚΤ θα σβήσει τις ελπίδες των Ελλήνων να συμμετάσχει η χώρα τους έστω και για λίγους μήνες στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της κεντρικής τράπεζας (QE)».

Η εφημερίδα αποδίδει τις αποφάσεις της Ευρωτράπεζας στην «ξεροκεφαλιά» του έλληνα πρωθυπουργού: «Υποσχέθηκε στους Έλληνες ότι στις 20 Αυγούστου θα τελειώσουν οριστικά τα [...] προγράμματα διάσωσης. Το ότι η Ελλάδα θα μπορεί να κινείται εφεξής αυτόνομα, αμφισβητείται πλέον, καθώς οι επισκέψεις ελέγχου από πλευράς των θεσμών θα συνεχιστούν. Και τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα πρέπει να ακολουθεί δημοσιονομικούς κανόνες αλλά και το συμπεφωνημένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων με μειώσεις συντάξεων και αφορολόγητου.

Γι’ αυτό το λόγο οι ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες είχαν ζητήσει να ενταχθούν όλα αυτά σε ένα αποδυναμωμένο πρόγραμμα βοήθειας το οποίο θα προέβλεπε μια προληπτική γραμμή στήριξης, αλλά όχι νέα δάνεια. Ο πρωθυπουργός Τσίπρας όμως επέμεινε. Γι’ αυτό και ακολουθεί τώρα μια σκληρή αντίδραση από την ΕΚΤ», γράφει η εφημερίδα, η οποία επικαλούμενη ανώνυμες πηγές παραπέμπει σε επικείμενο τέλος του waiver (κατ’ εξαίρεση αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως ενέχυρο για την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ) που οδηγεί ουσιαστικά τις ελληνικές τράπεζες και πάλι στην αγκαλιά του έκτακτου μηχανισμού χρηματοδότησης (ELA).

«Ο τρόπος αυτός χρηματοδότησης είναι ακριβός», επισημαίνει η FAZ, σημειώνοντας ότι τόσο για τις ελληνικές τράπεζες που έχουν συσσωρευμένα κόκκινα δάνεια όσο και για τις ελληνικές επιχειρήσεις που χρειάζονται δάνεια αυτά είναι κακά νέα. «Την ίδια ώρα δεν υπάρχουν πλέον προοπτικές για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ», αφού και αυτό προϋποθέτει μια υγιή αξιολόγηση των ελληνικών χρεογράφων που όμως δεν υφίσταται.

Λάβρος κατά πάντων ο Μοσκοβισί για την ελληνική διάσωση. Το 3ο μνημόνιο δεν χρειαζόταν αν ...

 

moskobisi

Υπό τον τίτλο «Διδάγματα από την Ελλάδα» η σημερινή Welt φιλοξενεί ολοσέλιδο άρθρο του επιτρόπου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος προχωρώντας σε έναν απολογισμό της ελληνικής διάσωσης δεν αφήνει κανέναν στο απυρόβλητο.

Ο γάλλος πολιτικός υποστηρίζει καταρχήν ότι ήταν σωστή η απόφαση διάσωσης της Ελλάδας καθώς σε διαφορετική περίπτωση η χώρα θα κατέρρεε και θα βυθίζονταν σε ένα πολιτικό και οικονομικό χάος που θα είχε καταστροφικές συνέπειες και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Παράλληλα χαιρετίζει την ολοκλήρωση του τρέχοντος τρίτου προγράμματος, εκτιμώντας ότι σηματοδοτεί το τέλος μιας 8χρονης περιόδου η οποία ήταν ιδιαίτερα επώδυνη για τον ελληνικό λαό και αποσταθεροποιητική για τη ζώνη του ευρώ. Η χώρα καταγράφει και πάλι ανάπτυξη και η ανεργία υποχωρεί σταδιακά, ωστόσο, όπως επισημαίνει, «το τέλος του προγράμματος δεν συνεπάγεται το τέλος του δρόμου. Πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά για να σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της σε μακροπρόθεσμη βάση».

Έγιναν λάθη

Ο Γάλλος επίτροπος παραδέχεται ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης και της επιχείρησης διάσωσης έγιναν παντού λάθη -τόσο στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες όσο και στην Ουάσιγκτον- τα οποία παρέτειναν χωρίς λόγο την κρίση. «Δεν είδαμε την κρίση να έρχεται και ως εκ τούτου ήμασταν απροετοίμαστοι. Υποτιμήσαμε την κατάσταση στην Ελλάδα.

Η υποτιθέμενη δημοσιονομική κρίση ήταν στην πραγματικότητα μια βαθιά κρίση του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας. Χρειαστήκαμε χρόνια για να αντιληφθούμε τις πραγματικές της διαστάσεις», παραδέχεται ο κ. Μοσκοβισί, επισημαίνοντας ότι μόλις το 3ο πακέτο στήριξης οδήγησε σε εξειδικευμένα μέτρα για την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ο Γάλλος πολιτικός επιρρίπτει ευθύνες τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή πολιτική. «Το δεύτερο πρόγραμμα βοήθειας μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς το Δεκέμβριο του 2014 εάν η συγκυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δρομολογούσε τη μεταρρύθμιση στο συνταξιοδοτικό και την αύξηση του ΦΠΑ στα ελληνικά νησιά. Αντ΄ αυτού προκηρύχθηκαν εκλογές».

Όσον αφορά δε τις ευθύνες των ευρωπαίων πολιτικών -από τις οποίες δεν εξαιρεί τον εαυτό του- ο κ. Μοσκοβισί τούς επιρρίπτει ότι υπό το φόβο της κατάρρευσης του ευρώ αντέδρασαν με διστακτικότητα ενώ πολλές αποφάσεις ενείχαν πολιτικές σκοπιμότητες. «Στο στρατόπεδο της ευρωπαϊκής δεξιάς πολλοί ήθελαν να αποτύχει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα καθώς είχε εκτοπίσει τη ΝΔ».

Επίσης συχνά, σύμφωνα με τον κ. Μοσκοβισί, επικρατούσε το συναίσθημα σε βάρος της πολιτικής σύνεσης. «Είδα, για παράδειγμα, τον τότε υπ. Οικονομικών Σόιμπλε να λέει απροκάλυπτα στον έλληνα ομόλογό του ότι δεν τον εμπιστεύεται πια. Και μια φορά έπρεπε να χωρίσω τον ολλανδό υπουργό Οικονομικών Ντάισελμπλουμ και τον έλληνα ομόλογό του Βαρουφάκη, πριν έρθουν πιθανότατα στα χέρια».

welt grichelan moskovisi

Αποφάσεις χωρίς δημοκρατικό έλεγχο

Για το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι η εμπειρία του βοήθησε, «ωστόσο ορισμένες ιδιαίτερα ακραίες και προσωπικές θέσεις έβλαψαν τη σχέση μας με τους Έλληνες και οδήγησαν μάλιστα στο να αποφασίσει το Eurogroup ιδιαίτερα σκληρές, κατά τη γνώμη μου, μεταρρυθμίσεις. Ο κ. Μοσκοβισί αναφέρεται μάλιστα συγκεκριμένα στη μείωση των συντάξεων το 2019.

Ο επίτροπος είναι ιδιαίτερα καυστικός όσον αφορά τον τρόπο της λήψης αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα εν γένει. Μπορεί, όπως λέει, οι θεσμοί να πρότειναν τα εξειδικευμένα μέτρα, ωστόσο «οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονταν αποκλειστικά στο Eurogroup, χωρίς πραγματικό δημοκρατικό έλεγχο. Προσωπικά δεν αισθανόμουν καλά όταν πίσω από κλειστές πόρτες αποφασίζαμε για το μέλλον εκατομμυρίων Ελλήνων. Από δημοκρατική σκοπιά αυτό ήταν σκανδαλώδες διότι μόλις λίγοι υπουργοί ήταν επαρκώς ενημερωμένοι και είχαν συγκεκριμένη εντολή».

Πάντως, ο Γάλλος επίτροπος επισημαίνει ότι η Κομισιόν θα παραμείνει στο πλευρό της Ελλάδας, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η χώρα θα τηρήσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. «Η σχετική παρακολούθηση δεν συνιστά όμως τέταρτο πρόγραμμα. Δεν περιέχει νέες απαιτήσεις για μέτρα ή μεταρρυθμίσεις.

Για την Ελλάδα το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσει τη στήριξη των εταίρων για την ολοκλήρωση σημαντικών μεταρρυθμίσεων ενώ οι εταίροι περιμένουν να τηρήσει η Ελλάδα τις δεσμεύσεις που ανέλαβε, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο».

dw